Αν αυτό δεν σε παγώνει, τότε κάτι δεν πάει καλά. Στο Ηράκλειο Κρήτης, ένας 39χρονος κυνηγούσε μέρα μεσημέρι μια μητέρα και το ανήλικο παιδί της κρατώντας τσεκούρι.
Όχι σε ταινία. Όχι σε κάποιο σκοτεινό σενάριο. Στον δρόμο. Ανάμεσα σε σπίτια, γείτονες, περαστικούς. Και όταν συνελήφθη, είπε το αδιανόητο με απόλυτη φυσικότητα: «είχα εντολή από μια φωνή να τους σκοτώσω».
Εδώ δεν μιλάμε απλώς για ένα ακόμα «αστυνομικό δελτίο». Μιλάμε για ωμή πραγματικότητα. Ο δράστης, σε κατάσταση αμόκ, φέρεται να προκάλεσε φθορές στο αυτοκίνητο της γυναίκας και στη συνέχεια άρχισε να τους καταδιώκει. Μια μάνα να τρέχει πανικόβλητη, ένα παιδί να προσπαθεί να σωθεί, κι ένας άνθρωπος με τσεκούρι να φωνάζει απειλές. Η ζωή και ο θάνατος να χωρίζονται από λίγα δευτερόλεπτα και από το αν θα ανοίξει έγκαιρα μια πόρτα.
Η γυναίκα κατάφερε να κρύψει το παιδί σε σπίτι της περιοχής. Κάτοικοι βγήκαν έντρομοι έξω. Φωνές, πανικός, χάος. Η αστυνομία έφτασε και τον ακινητοποίησε με δυσκολία. Αν άργησε λίγο ακόμα; Κανείς δεν θέλει να απαντήσει σε αυτό.
Και κάπου εδώ αρχίζουν τα δύσκολα. Γιατί όταν ακούμε «φωνές», «ψυχιατρική εκτίμηση» και «μεταφορά στο νοσοκομείο», η κοινωνία ανακουφίζεται πρόχειρα. Σαν να λέμε «εντάξει, ήταν τρελός, πάμε παρακάτω». Όχι. Δεν πάμε παρακάτω. Γιατί αυτός ο άνθρωπος κυκλοφορούσε ελεύθερος. Γιατί κάποιος με τόσο επικίνδυνη αποσύνδεση από την πραγματικότητα έφτασε στο σημείο να κρατά τσεκούρι απέναντι σε παιδί. Και γιατί, ως συνήθως, θα ψάχνουμε ευθύνες μόνο αν υπάρξει νεκρός.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ο δράστης. Είναι το σύστημα που αντιδρά αντί να προλαμβάνει. Είναι η ψυχική υγεία που αντιμετωπίζεται ως υποσημείωση. Είναι η καθημερινή βία που μας σοκάρει για δέκα λεπτά και μετά χάνεται στο feed.
Αυτή τη φορά δεν θρηνήσαμε θύματα. Ήταν καθαρή τύχη. Και η τύχη δεν είναι πολιτική, ούτε κοινωνική στρατηγική. Την επόμενη φορά μπορεί να μην φτάσει.


