Ο Γιάννης Μπέζος δεν είναι από τους ανθρώπους που μασάνε τα λόγια τους. Δεν το έκανε ποτέ και –ευτυχώς– δεν το κάνει ούτε τώρα.
Σε πρόσφατη τηλεοπτική του εμφάνιση, είπε κάτι που όλοι σκεφτόμαστε αλλά λίγοι τολμούν να ξεστομίσουν δημόσια: η βλακεία είναι σύμφυτη με την ανθρώπινη φύση. Δεν εξαφανίζεται, δεν διορθώνεται εύκολα και, το κυριότερο, δεν αξίζει να σου χαλάει τη ζωή.
Η τοποθέτησή του δεν είχε ύφος «ξερόλα» ούτε διάθεση να κουνήσει το δάχτυλο. Ήταν μια ψύχραιμη, σχεδόν κυνική παραδοχή της πραγματικότητας. Όπως είπε, απέναντι στη βλακεία έχεις δύο επιλογές: ή την αντιμετωπίζεις με χιούμορ ή λες απλά «περαστικά» και συνεχίζεις τον δρόμο σου. Αν μπεις στη διαδικασία να θυμώσεις, να εξηγήσεις ή να εκπαιδεύσεις, στο τέλος χάνεις μόνο χρόνο και ενέργεια.
Ο Μπέζος μίλησε και για την τηλεόραση, χωρίς να χαϊδέψει αυτιά. Παραδέχτηκε ότι οι νέοι άνθρωποι έχουν απομακρυνθεί, όχι επειδή «δεν καταλαβαίνουν», αλλά επειδή πολύ απλά δεν τους αφορά το περιεχόμενο. Όταν η τηλεόραση επιμένει να μιλάει σε κοινό άλλης εποχής, είναι λογικό οι νεότεροι να ψάχνουν αλλού ερεθίσματα και αλήθεια.
Στάθηκε και στο θέατρο, έναν χώρο που γνωρίζει καλά και υπηρετεί χρόνια. Εκεί δήλωσε πως προτιμά να ρισκάρει, ακόμα κι αν αυτό σημαίνει οικονομική ζημιά. Γιατί, όπως άφησε να εννοηθεί, η αξιοπρέπεια στη δουλειά και η πίστη σε αυτό που κάνεις αξίζουν περισσότερο από έναν «ασφαλή» λογαριασμό στο τέλος.
Δεν έλειψαν και τα κοινωνικά σχόλια. Χωρίς φανατισμό, αλλά με καθαρή σκέψη, τόνισε ότι σοβαρά ζητήματα δεν γίνεται να συζητιούνται με όρους καφενείου. Χρειάζεται συνολική ματιά, ψυχραιμία και λιγότερη επιπολαιότητα. Κοινώς: λιγότερη φασαρία, περισσότερη ουσία.
Στο τέλος της ημέρας, ο Γιάννης Μπέζος δεν είπε κάτι επαναστατικό. Είπε όμως κάτι αληθινό. Η βλακεία δεν πρόκειται να εξαφανιστεί. Το θέμα είναι αν θα της δώσεις μικρόφωνο ή αν θα της ρίξεις ένα χαμόγελο και θα πας παρακάτω. Και αυτή, όσο απλή κι αν ακούγεται, είναι μια στάση ζωής.

