Κάθε μέρα στην Ελλάδα μοιάζει με δελτίο ειδήσεων που δεν τελειώνει ποτέ.
Φωτιές το καλοκαίρι, πλημμύρες τον χειμώνα, εγκλήματα που σοκάρουν, τιμές που ανεβαίνουν χωρίς φρένα και ένα κράτος που εμφανίζεται πάντα… κατόπιν εορτής. Κι όμως, το πιο τρομακτικό δεν είναι αυτά που συμβαίνουν. Είναι το πόσο γρήγορα τα συνηθίσαμε.
Ανοίγεις ειδήσεις και βλέπεις άλλη μία δολοφονία, άλλη μία κακοποίηση, άλλο ένα παιδί ή ηλικιωμένο που δεν προστατεύτηκε. Σοκάρεσαι για πέντε λεπτά, γράφεις ένα σχόλιο τύπου «πού πάμε σαν κοινωνία» και μετά πας για καφέ. Το σύστημα δουλεύει τέλεια: σε κουράζει τόσο πολύ που δεν προλαβαίνεις να θυμώσεις σοβαρά.
Την ίδια ώρα, η ακρίβεια έχει γίνει μόνιμος συγκάτοικος. Ρεύμα, σούπερ μάρκετ, ενοίκια, καύσιμα. Όλα πάνω. Οι μισθοί κάτω ή στάσιμοι. Και η απάντηση; «Υπομονή». Λες και η υπομονή πληρώνει λογαριασμούς. Λες και το “κάνε οικονομία” είναι σχέδιο επιβίωσης.
Στα social, βέβαια, όλα καλά. Χαμόγελα, εκδρομές, φαγητά, χαλαρότητα. Μια χώρα που δείχνει ανέμελη στην οθόνη και εξαντλημένη στην πραγματικότητα. Δύο Ελλάδες που δεν συναντιούνται ποτέ. Η ψηφιακή και η αληθινή.
Και κάπου εκεί χάνεται το χειρότερο: η ευθύνη. Όλοι φταίνε και κανείς δεν φταίει. Το κράτος, οι πολιτικοί, οι προηγούμενοι, οι επόμενοι. Εμείς απ’ έξω, θεατές. Μέχρι να έρθει η σειρά μας να γίνουμε είδηση.
Η Ελλάδα δεν έχει έλλειψη γεγονότων. Έχει έλλειψη μνήμης και αντίδρασης. Και όσο συνεχίζουμε να λέμε «έλα μωρέ, έτσι είναι», τόσο θα γίνεται χειρότερα. Όχι επειδή δεν μπορούμε να αλλάξουμε κάτι. Αλλά επειδή βολευτήκαμε στο να μη θέλουμε.


