Ο τελικός του The Voice είχε απ’ όλα: φωνές, συγκίνηση, μεγάλα λόγια, χαμόγελα τηλεοπτικά και — φυσικά — ένα απρόοπτο για να γίνει θέμα.
Ένας άνθρωπος της παραγωγής πέφτει στον αέρα, αντικείμενα σκορπίζονται, η ροή διακόπτεται και για λίγα δευτερόλεπτα το «καλογυαλισμένο» τηλεοπτικό σύμπαν χάνει την ισορροπία του. Κυριολεκτικά.
Εκεί εμφανίζεται ο Γιώργος Μαζωνάκης. Χωρίς δράματα, χωρίς σόου. Σκύβει, μαζεύει το αντικείμενο, το δίνει πίσω. Ανθρώπινα. Απλά. Και μετά, όπως συνηθίζει, δεν μένει μόνο στο στιγμιότυπο. Πετάει και τη φράση-καρφί. Εκείνη που δεν γράφεται στο autocue. Εκείνη που δεν βολεύει.
Γιατί ο Μαζωνάκης δεν είπε απλώς κάτι τυχαίο. Έβαλε στο τραπέζι αυτό που πολλοί σκέφτονται αλλά λίγοι λένε: ότι η τηλεόραση συχνά «ξεφτιλίζει ανθρώπους», ότι παίζει με ζωές, ιστορίες και καταστάσεις, αρκεί να βγει θέμα. Και το είπε μέσα στο ίδιο το σύστημα. Στον αέρα. Μπροστά στις κάμερες. Εκεί που συνήθως όλοι κάνουν πως δεν βλέπουν.
Και κάπου εκεί ξεκινά το γνώριμο έργο. Άλλοι χειροκροτούν τη στάση του, άλλοι σπεύδουν να το βαφτίσουν υπερβολή, γκρίνια ή «παραξενιά του Μαζωνάκη». Γιατί στην ελληνική τηλεόραση, αν πεις κάτι που χαλάει το χαλί, αυτομάτως φταις εσύ που το λες — όχι αυτό που συμβαίνει.
Το ωραίο (ή το ειρωνικό) είναι πως όλο αυτό έγινε μέσα σε ένα σόου που πουλά συναίσθημα με το κιλό. Δάκρυ εδώ, συγκίνηση εκεί, ιστορίες ζωής σε δόσεις prime time. Όλα προσεκτικά πακεταρισμένα. Μέχρι να ξεφύγει κάτι αυθόρμητο. Μέχρι να μπει ο ανθρώπινος παράγοντας χωρίς φίλτρο.
Ο Μαζωνάκης, είτε τον γουστάρεις είτε όχι, έχει ένα «ελάττωμα»: δεν παίζει πάντα τον ρόλο που του γράφουν. Και αυτό ενοχλεί. Γιατί η τηλεόραση αγαπά τους προβλέψιμους, όχι τους αυθόρμητους. Αγαπά όσους χαμογελούν όταν πρέπει και σωπαίνουν όταν «δεν είναι η στιγμή».
Το περιστατικό με τον άνθρωπο που έπεσε θα ξεχαστεί γρήγορα. Θα μείνει όμως το σχόλιο. Γιατί είπε φωναχτά κάτι που συνήθως ψιθυρίζεται: ότι πίσω από τα φώτα, τα σόου και τις μεγάλες λέξεις, υπάρχει μια βιομηχανία που πολλές φορές ξεχνά τον άνθρωπο και θυμάται μόνο το πλάνο.
Και κάπως έτσι, μέσα σε έναν τελικό γεμάτο τραγούδια, ο πιο αληθινός «τόνος» δεν βγήκε από μικρόφωνο, αλλά από μια αυθόρμητη αντίδραση. Χωρίς πρόβα. Χωρίς σκηνοθεσία. Χωρίς φίλτρο.

