Η νέα ταινία του Γιάννη Σμαραγδή κατάφερε κάτι που σπανίζει πλέον στο ελληνικό σινεμά: γεμίζει αίθουσες.
Ο «Καποδίστριας» παίζεται συνεχόμενα sold out, κόσμος σηκώνεται όρθιος, χειροκροτεί, συγκινείται, βγαίνει από την αίθουσα με βλέμμα «κάτι σπουδαίο είδα». Μέχρι εδώ όλα θεμιτά. Το έργο όμως δεν τελειώνει στους τίτλους τέλους — ξεκινά κανονικά στο Twitter, εκεί όπου έχει στηθεί κανονικός ιδεολογικός καβγάς.
Γιατί ο «Καποδίστριας» δεν είναι απλώς μια ιστορική ταινία. Είναι δήλωση. Είναι θέση. Είναι σημαία. Και ο Σμαραγδής, πιστός στο γνώριμο σύμπαν του, δεν ενδιαφέρεται να αφηγηθεί έναν άνθρωπο με αντιφάσεις αλλά έναν ήρωα σχεδόν αγιογραφημένο. Έναν Καποδίστρια που στέκεται πάνω από λάθη, πολιτικές ίντριγκες και ανθρώπινες αδυναμίες. Έναν Καποδίστρια που δεν αμφιβάλλει — δικαιώνεται.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι η ταινία έχει άποψη. Το πρόβλημα είναι ότι δεν αφήνει χώρο για καμία άλλη. Όλα είναι βαριά, σοβαρά, υψηλόφωνα. Οι διάλογοι συχνά μοιάζουν περισσότερο με λόγους επετειακής εκδήλωσης παρά με φυσική κινηματογραφική ροή. Η μουσική σου υπαγορεύει πότε να συγκινηθείς. Το βλέμμα της κάμερας σου υπενθυμίζει διαρκώς ότι «αυτό που βλέπεις είναι σημαντικό». Πολύ σημαντικό.
Και κάπου εκεί, το σινεμά αρχίζει να χάνει την ανάσα του. Γιατί όταν όλα είναι μεγάλα, τίποτα δεν είναι πραγματικά ανθρώπινο.
Από την άλλη πλευρά, υπάρχει το κοινό. Πολύς κόσμος θέλει ακριβώς αυτό: καθαρούς ήρωες, καθαρές αφηγήσεις, μια Ελλάδα που παρουσιάζεται ενωμένη, προδομένη αλλά ηθικά ανώτερη. Ο «Καποδίστριας» λειτουργεί σαν συναισθηματικό καταφύγιο σε μια εποχή σύγχυσης. Δεν πας να δεις ταινία· πας να επιβεβαιώσεις αυτό που ήδη πιστεύεις. Και αυτό εξηγεί γιατί τα εισιτήρια πέφτουν βροχή.
Στο Twitter, βέβαια, γίνεται χαμός. Από τη μία όσοι μιλούν για «εθνικό έργο» και βαφτίζουν κάθε αρνητική κριτική περίπου ανθελληνική. Από την άλλη, όσοι το βλέπουν ως παλιομοδίτικο, διδακτικό, υπερφορτωμένο και αισθητικά ξεπερασμένο. Κριτική δεν γίνεται· στρατόπεδα στήνονται. Το έργο δεν συζητιέται, χρησιμοποιείται.
Κι εδώ είναι το ζουμί: ο «Καποδίστριας» δεν διχάζει επειδή είναι αριστούργημα ή αποτυχία. Διχάζει γιατί ακουμπά νεύρο. Γιατί μιλά για Ιστορία σε μια χώρα που δεν αντέχει να την κοιτάξει ψύχραιμα. Γιατί παρουσιάζει έναν ήρωα χωρίς ρωγμές σε μια κοινωνία γεμάτη ρωγμές. Και γιατί μετατρέπει το σινεμά σε πεδίο ιδεολογικής επιβεβαίωσης.
Αν τον δεις ως καθαρό κινηματογράφο, θα βρεις υπερβολή, στόμφο και μια αισθητική άλλης εποχής. Αν τον δεις ως πολιτισμικό φαινόμενο, καταλαβαίνεις αμέσως γιατί γεμίζει αίθουσες. Δεν πουλά απλώς μια ιστορία — πουλά βεβαιότητα. Και αυτή σήμερα πουλάει πολύ.
Τελικά, ο «Καποδίστριας» δεν είναι τόσο ταινία όσο καθρέφτης. Δείχνει πόσο εύκολα μπερδεύουμε την τέχνη με το χειροκρότημα, την ιστορία με το αφήγημα και την κριτική με την πίστη. Sold out, ναι. Ενωτικός; ούτε κατά διάνοια. Θορυβώδης; απολύτως. Και μάλλον αυτός ήταν εξαρχής ο στόχος.





