Ο Χρήστος Σαντικάι δεν εμφανίστηκε ξαφνικά στα φώτα. Δεν του στρώθηκε κόκκινο χαλί, ούτε του χαρίστηκε «εύκολη επιτυχία».
Πριν τον μάθουμε ως τραγουδιστή, πριν τις τηλεοπτικές εμφανίσεις και την αναγνωρισιμότητα, υπήρξε απλώς ένα παιδί που δούλευε όπου έβρισκε για να σταθεί όρθιο.
Σε μια ειλικρινή εξομολόγηση, ο ίδιος αποκάλυψε πως στα πρώτα του χρόνια στην Ελλάδα εργαζόταν ως βοηθός σερβιτόρου σε νυχτερινά μαγαζιά, στα ίδια μαγαζιά όπου εμφανιζόταν ο Νίκος Οικονομόπουλος. Όχι από «καψούρα» με τη νύχτα, αλλά από ανάγκη. Γιατί η ζωή δεν περίμενε τα όνειρα να ωριμάσουν.
Ο Σαντικάι μίλησε ανοιχτά για τα δύσκολα παιδικά του χρόνια, για τη φτώχεια, για τη μετανάστευση, για τις στερήσεις. Για μια οικογένεια που πάλευε καθημερινά, χωρίς πλάτες και χωρίς παραθυράκια. Εκεί έμαθε τι σημαίνει δουλειά, αξιοπρέπεια και υπομονή. Εκεί έμαθε πως τίποτα δεν σου χρωστάει η ζωή — όλα τα διεκδικείς.
Την ώρα που άλλοι έβλεπαν τη νύχτα από τα πρώτα τραπέζια, εκείνος τη ζούσε από μέσα. Με δίσκο στο χέρι, με κούραση στα πόδια και με ένα όνειρο που δεν έλεγε να σβήσει. Προσπαθούσε να ακουστεί, να δώσει τραγούδια, να βρει κάποιον να τον πιστέψει. Και δεν τα παράτησε.
Σήμερα, ο Χρήστος Σαντικάι έχει χτίσει τη δική του πορεία στη μουσική, έχει οικογένεια, έχει λόγο να χαμογελά. Και όπως ο ίδιος λέει, το μεγαλύτερο του καμάρι δεν είναι τα φώτα, αλλά ότι μπορεί να προσφέρει στα παιδιά του αυτά που ο ίδιος στερήθηκε.
Δεν είναι ιστορία παραμυθιού. Είναι μια καθαρή ιστορία ζωής. Από αυτές που δεν γράφονται σε δελτία τύπου, αλλά χαράζονται στο σώμα και στο μυαλό. Και ίσως γι’ αυτό η φωνή του έχει βάρος: γιατί κουβαλάει αλήθεια.

