Υπάρχουν τραγούδια που τα ακούς. Και υπάρχουν τραγούδια που σε κοιτάνε στα μάτια και σου λένε «πρόσεχε».
Το «Για το καλό μου» του Γιάννη Μηλιώκα ανήκει ξεκάθαρα στη δεύτερη κατηγορία.
Δεν χαϊδεύει αυτιά, δεν ζητάει άδεια και σίγουρα δεν γράφτηκε για να παίζει απλώς στο background. Είναι τραγούδι-καμπανάκι. Και γι’ αυτό άντεξε.
Γραμμένο στα μέσα της δεκαετίας του ’80, σε μια Ελλάδα που άλλαζε ρυθμούς, αξίες και νεύρα, το κομμάτι κουβαλά όλη την ανησυχία μιας εποχής που νόμιζε ότι προχωρά μπροστά, αλλά στην πραγματικότητα μπέρδευε την πρόοδο με την πίεση. Ο Μηλιώκας, πάντα με εκείνη τη μοναδική ικανότητα να λέει σοβαρά πράγματα χωρίς διδακτισμό, έφτιαξε έναν αφηγητή που μοιάζει χαμένος, στριμωγμένος και διαρκώς «ρυθμιζόμενος» από τους άλλους.
Το τραγούδι δεν σου εξηγεί. Σου δείχνει. Εικόνες σπασμένες, σκέψεις μπερδεμένες, μια πραγματικότητα που σε σπρώχνει όλο και πιο μέσα στον εαυτό σου. Ο περίφημος «θάλαμος εννιά» δεν είναι απλώς ένας χώρος· είναι κατάσταση. Είναι το σημείο όπου καταλήγεις όταν όλοι γύρω σου ξέρουν καλύτερα τι είναι σωστό για σένα.
Και εκεί έρχεται η φράση-μαχαίρι.
«Κι έχω κρυμμένο το σουγιά για το καλό μου».
«Κι έχω κρυμμένο το σουγιά για το καλό μου».
Όχι, δεν είναι κάλεσμα στη βία. Είναι προειδοποίηση. Όταν πιέζεις έναν άνθρωπο στο όνομα του «καλού του», όταν του αφαιρείς τη φωνή, τον χρόνο και το δικαίωμα να αποφασίζει, κάποια στιγμή κάτι θα σπάσει. Ο σουγιάς δεν είναι όπλο. Είναι σύμβολο άμυνας. Είναι το ένστικτο επιβίωσης που ξυπνά όταν όλα τα άλλα έχουν χαθεί.
Ο ίδιος ο Μηλιώκας έχει πει πως το τραγούδι γράφτηκε σχεδόν αυθόρμητα, πάνω σε ένα πακέτο τσιγάρα, μέσα στο στούντιο. Κι αυτό εξηγεί πολλά. Γιατί μοιάζει περισσότερο με ξέσπασμα παρά με κατασκευή. Έχει αυτή την αλήθεια του πράγματος που γράφεται γρήγορα, επειδή δεν αντέχει να μείνει άλλο μέσα σου.
Δεν είναι αυτοβιογραφία με τη στενή έννοια. Είναι κάτι πιο επικίνδυνο: συλλογική εμπειρία. Είναι οι ιστορίες που άκουσε, οι άνθρωποι που είδε, τα βλέμματα που κατάλαβε χωρίς να ρωτήσει. Γι’ αυτό και τόσοι πολλοί, τόσα χρόνια μετά, ακούν το τραγούδι και λένε «αυτό μιλάει για μένα».
Σήμερα, το «Για το καλό μου» ακούγεται ίσως πιο επίκαιρο από ποτέ. Σε μια εποχή γεμάτη συμβουλές, οδηγίες, “πρέπει” και “έτσι είναι το σωστό”, το τραγούδι θυμίζει κάτι απλό και ενοχλητικό: το καλό σου δεν το αποφασίζουν οι άλλοι. Και όταν το ξεχνάμε αυτό, το τίμημα είναι πάντα βαρύ.
Δεν είναι τυχαίο που το κομμάτι έμεινε ζωντανό. Δεν είναι τραγούδι εποχής. Είναι τραγούδι κατάστασης. Και δυστυχώς, αυτή η κατάσταση δεν έφυγε ποτέ.

